ανακάλυψη
ουσιαστικό1. Δράση ή διαδικασία κατά την οποία εντοπίζεται ή γίνεται γνωστό κάτι που πριν ήταν άγνωστο, κρυμμένο ή ανεξερεύνητο.
2. Το αποτέλεσμα αυτής της δράσης, δηλαδή το νέο στοιχείο, αντικείμενο ή γνώση που έρχεται στο φως.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανακάλυψη του εμβολίου άλλαξε την πορεία της πανδημίας.
- Οι αρχαιολόγοι ανακοίνωσαν μια σημαντική ανακάλυψη στον παλαιό οικισμό.
- Το ταξίδι στην ύπαιθρο ήταν μια μικρή ανακάλυψη του εαυτού μου.
- Η ανακάλυψη του παλιού χάρτη στο υπόγειο προκάλεσε ενθουσιασμό.
- Η ανακάλυψη ενός νέου υλικού βελτίωσε την απόδοση των συσκευών.