φανέρωση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να γίνεται κάτι ορατό ή γνωστό σε άλλους, μέσω εμφάνισης ή κοινοποίησης πληροφοριών.
2. Εμφάνιση ή εκδήλωση χαρακτηριστικού, ιδιότητας ή παρουσίας που γίνεται αντιληπτή.
Συνώνυμα
αποκάλυψη εκδήλωση δημοσιοποίηση εμφάνιση δημοσίευση κοινοποίηση παρουσίαση ξεμπρόστιασμα ξεσκέπασμα ξεβράκωμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φανέρωση του Θεού συγκίνησε τους πιστούς.
- Η φανέρωση του μυστικού προκάλεσε έντονη αναστάτωση στην κοινότητα.
- Η φανέρωση των πρώτων συμπτωμάτων έγινε μια εβδομάδα μετά τη μόλυνση.
- Στο μυθιστόρημα, η φανέρωση της αλήθειας γίνεται σταδιακά.
- Η φανέρωση ενός κρυφού ταλέντου στην ορχήστρα εξέπληξε το κοινό.