καπάκι
ουσιαστικό1. Κάλυμμα, συνήθως αποσπώμενο ή προσαρτημένο, που εφαρμόζει στο άνω άνοιγμα δοχείου, συσκευασίας ή άλλου αντικειμένου ώστε να το κλείνει, να το προστατεύει ή να το σφραγίζει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βάλε το καπάκι στην κατσαρόλα για να σιγοβράσει.
- Το καπάκι του μπουκαλιού κύλησε κάτω από το τραπέζι.
- Πήρε το πτυχίο και καπάκι βρήκε δουλειά.
- Άνοιξε το καπάκι του κινητήρα για να δει τι συμβαίνει.
- Ξέχασα να βάλω το καπάκι στο δοχείο και χύθηκε όλο το χρώμα.