γνωστοποίηση

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθιστώ πρόσωπο ή ομάδα ενήμερη για πληροφορία, γεγονός ή απόφαση με προφορικά, γραπτά ή ηλεκτρονικά μέσα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η γνωστοποίηση της απόφασης έγινε χθες.
  • Έστειλα τη γνωστοποίηση για την αλλαγή διεύθυνσης στο λογιστήριο.
  • Η γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων θα αναρτηθεί στην επίσημη σελίδα.
  • Απαιτείται γνωστοποίηση όλων των προσωπικών δεδομένων πριν από την επεξεργασία.
  • Ο δικαστής διέταξε τη γνωστοποίηση της αγωγής στον εναγόμενο.