αδιαφάνεια
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα υλικό ή σώμα δεν επιτρέπει τη διέλευση φωτός ή εικόνων.
Συνώνυμα
αδιαπερατότητα θολότητα θολούρα ασάφεια αποκρυψη μυστικότητα θόλωση μυστικοποίηση ομίχλη σκοτάδι σκοτεινότητα κάλυψη θόλωμα αυθαιρεσία
Αντώνυμα
γνωστοποίηση διαύγεια καθαρότητα φανερότητα διαφάνεια διαυγεία σαφήνεια αποκάλυψη ανοιχτότητα δημοσιότητα ξεκαθαρότητα φωτεινότητα εξιχνίαση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αδιαφάνεια του νερού δεν επέτρεπε να δούμε τα ψάρια στον βυθό.
- Οι πολίτες διαμαρτυρήθηκαν για την αδιαφάνεια στις αποφάσεις της δημοτικής αρχής.
- Η αδιαφάνεια του φακού προκαλεί μειωμένη όραση και απαιτεί χειρουργική αντιμετώπιση.
- Στη ζωγραφική, η αδιαφάνεια ορισμένων χρωμάτων επιτρέπει την έντονη κάλυψη των στρωμάτων.
- Η αδιαφάνεια στις οικονομικές αναφορές μείωσε την εμπιστοσύνη των επενδυτών.