μυστικότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία πληροφορίες, ενέργειες ή προθέσεις διατηρούνται κρυφές ή περιορισμένες σε συγκεκριμένο κύκλο, έτσι ώστε να αποφεύγεται η ευρεία γνωστοποίησή τους.
Συνώνυμα
εχεμύθεια εμπιστευτικότητα απόρρητο απόκρυψη μυστικοπάθεια κρυφότητα μυστικοσύνη ανωνυμία αφάνεια διακριτικότητα ιδιωτικότητα αδιαφάνεια σιωπή κάλυψη συγκάλυψη παρασκηνιακότητα συνωμοσία καμουφλάζ κρύψιμο
Αντώνυμα
διαφάνεια δημοσιότητα φανερότητα ανοιχτότητα αναγγελία γνωστοποίηση δημοσίευση επίδειξη εξομολόγηση αγγελία αφίσα κοινοποίηση προκήρυξη αποκάλυψη δημοσιοποίηση ανακοίνωση δείκτης δελτίο δημοσίευμα ετικέτα πληροφόρηση πληροφορία αναφορά συνέντευξη είδηση έκθεση δήλωση περιγραφή πρωτόκολλο παρουσίαση ρεπορτάζ χαμπάρι ειδοποίηση ενημέρωση ανακοίνωμα ανοικτότητα διακήρυξη διακοίνωση διαλεύκανση εξαγγελία παρρησία σάρωση απεικόνιση εμφάνιση επικοινωνία προβολή ταμπέλα εξερεύνηση πανό
Παραδείγματα χρήσης
- Η μυστικότητα των επίσημων εγγράφων είναι απαραίτητη για την εθνική ασφάλεια.
- Διατήρησαν μυστικότητα για το πάρτι έκπληξη μέχρι την τελευταία στιγμή.
- Η μυστικότητα γύρω από την υπόθεση ενίσχυσε τις θεωρίες συνωμοσίας.
- Οι γιατροί τήρησαν μυστικότητα σχετικά με τη διάγνωση του ασθενούς.
- Μου άρεσε η μυστικότητα που περιέβαλε την παλιά γειτονιά στο μυθιστόρημα.