θάψιμο

ουσιαστικό

Ενέργεια και αποτέλεσμα του να θάβεται κάτι ή κάποιος: η τοποθέτηση στο έδαφος και η κάλυψη με χώμα ή άλλο υλικό, συνήθως για ταφή, απόρριψη ή προστασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το θάψιμο του παππού έγινε στο παλιό κοιμητήριο του χωριού.
  • Το θάψιμο κάτω από τη χιονοστιβάδα καθυστέρησε τις έρευνες διάσωσης.
  • Το θάψιμο των αποδεικτικών στοιχείων από την εταιρεία έκρυψε την ευθύνη της.
  • Το θάψιμο του προγράμματος από τη διοίκηση στέρησε την ομάδα από περαιτέρω χρηματοδότηση.
  • Το θάψιμο του καλλιτέχνη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βλάπτει την εικόνα του.