καβάτζα
ουσιαστικό1. Προσωρινός ή κρυφός χώρος όπου κάποιος φυλάσσει πράγματα, κρύβεται ή βρίσκει καταφύγιο.
2. Χρήματα ή εφεδρεία που κρατιούνται για ώρα ανάγκης ή για απρόβλεπτη χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κράτησα λίγα χρήματα στην καβάτζα για ώρα ανάγκης.
- Έχει μια παλιά αποθήκη που τη χρησιμοποιεί σαν καβάτζα.
- Το σπίτι αυτό είναι η καβάτζα μας όταν θέλουμε να ξεφύγουμε από την πόλη.
- Μην ανησυχείς, έχω μια καβάτζα τσιγάρα στο ντουλάπι.
- Βρήκε μια ήσυχη καβάτζα δίπλα στη θάλασσα για να καθίσει μόνος.