συγκάλυψη

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να κρύβονται στοιχεία, γεγονότα ή πληροφορίες ώστε να μη γίνουν γνωστά ή να αποτραπεί η απόδοση ευθυνών.

2. Πρακτική ή διαδικασία που αποσκοπεί στο να μην υπόκειται κάτι σε δημόσιο έλεγχο ή διερεύνηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι αρχές κατηγορήθηκαν για συγκάλυψη του εγκλήματος.
  • Η διοίκηση προσπάθησε να διασφαλίσει τη συγκάλυψη των αποδεικτικών στοιχείων.
  • Η συγκάλυψη των θέσεων στο πεδίο μάχης ήταν απαραίτητη για την επιβίωση των στρατιωτών.
  • Πολλά μέσα ενημέρωσης κατηγορήθηκαν για συγκάλυψη των σκανδάλων λόγω οικονομικών συμφερόντων.
  • Η συγκάλυψη των συναισθημάτων του τον έκανε να φαίνεται ψυχρός και αδιάφορος.