δημοσίευση

ουσιαστικό

1. Γνωστοποίηση κειμένου, πληροφορίας ή έργου στο κοινό μέσω έντυπων ή ηλεκτρονικών μέσων, με σκοπό την πρόσβαση, ανάγνωση ή διάδοση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δημοσίευση του άρθρου στο επιστημονικό περιοδικό κρίθηκε επιτυχής.
  • Έκανε μια δημοσίευση στον λογαριασμό του και έλαβε πολλά σχόλια.
  • Η δημοσίευση του νέου νόμου έγινε σήμερα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
  • Πριν από τη δημοσίευση, ο συγγραφέας έκανε διορθώσεις στο κείμενο.
  • Οι δημοσιεύσεις στην ιστοσελίδα ενημερώνουν το κοινό για τις τελευταίες εξελίξεις.