εξόφληση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή διαδικασία καταβολής χρημάτων ή άλλης αξίας για την εξάλειψη οφειλής ή την εκπλήρωση οικονομικής υποχρέωσης.

2. Έγγραφο ή απόδειξη που βεβαιώνει ότι έχει γίνει η καταβολή και η οφειλή έχει διευθετηθεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξόφληση του λογαριασμού έγινε με πιστωτική κάρτα.
  • Η εξόφληση του δανείου ολοκληρώθηκε πριν από ένα χρόνο.
  • Για την εξόφληση του τιμολογίου απαιτείται η υπογραφή του πελάτη.
  • Η εξόφληση σημειώθηκε στο λογιστικό σύστημα της εταιρείας.
  • Ζήτησε την εξόφληση σε δόσεις για την καινούργια αγορά.
  • Η εξόφληση των δεδουλευμένων θα γίνει την Παρασκευή.