εχθρότητα

ουσιαστικό

1. Συναίσθημα ή στάση έντονης αντιπάθειας προς πρόσωπο, ομάδα ή ιδέα.

2. Συμπεριφορά ή ενέργειες που εκφράζουν επιθετικότητα, εναντίωση ή πρόθεση βλάβης προς κάποιον ή κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εχθρότητα μεταξύ των δύο γειτόνων εντάθηκε μετά από μια σειρά παραπόνων.
  • Οι ηγέτες συμφώνησαν στον τερματισμό της εχθρότητας και την υπογραφή ειρηνικής συμφωνίας.
  • Ένιωσα αμέσως την εχθρότητα στο βλέμμα του όταν μίλησα για το παρελθόν.
  • Η εχθρότητα προς κάθε αλλαγή στην εταιρεία εμπόδισε την πρόοδό της.
  • Μετά από χρόνια διπλωματικής έντασης, η εχθρότητα μετατράπηκε σε ανοιχτή σύγκρουση.