αγάπη
ουσιαστικό1. Ισχυρό συναίσθημα στοργής, προσκόλλησης και φροντίδας προς άλλο πρόσωπο ή ζωντανό ον, που εκδηλώνεται με τρυφερότητα και προστατευτική διάθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αγάπη της μητέρας για το παιδί είναι αμέτρητη.
- Σου έχω μεγάλη αγάπη, μην το ξεχνάς.
- Η αγάπη για τη μουσική τον ώθησε να γίνει μουσικός.
- Η αγάπη προς τον πλησίον είναι βασική αξία.
- Έλα εδώ, αγάπη μου!