χεράκι

ουσιαστικό

1. Μικρό χέρι, κυριολεκτικά το χέρι βρέφους, παιδιού ή μικρού ατόμου.

2. Μικρή, σύντομη πράξη υποστήριξης που διευκολύνει κάποιον μέσω χειρονομίας ή παρέμβασης (π.χ. «δώσε μου ένα χεράκι»).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κορούλα κρατούσε σφιχτά το χεράκι της μαμάς της.
  • Δώσε μου το χεράκι σου να ανέβω τη σκάλα.
  • Μπορείς να μου ρίξεις ένα χεράκι με τη μετακόμιση;
  • Η δασκάλα είπε στα παιδιά να σηκώνουν το χεράκι τους όταν θέλουν να μιλήσουν.
  • Πρόσφερε ένα χεράκι στην οργάνωση της γιορτής.