εκτίμηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα προσδιορισμού της αξίας, του μεγέθους, της ποιότητας ή του κόστους ενός αντικειμένου, έργου ή ποσού, με βάση δεδομένα, μέτρηση ή κρίση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω μεγάλη εκτίμηση για τη δουλειά της.
- Η εκτίμηση του κόστους για το έργο είναι περίπου 10.000 ευρώ.
- Η εκτίμηση του κινδύνου έγινε από ειδικούς.
- Η εκτίμηση του ακινήτου καθορίζει την τιμή πώλησης.
- Η αρχική εκτίμηση των ζημιών ήταν υπερβολικά αισιόδοξη.