χάρη
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή πράξη βοήθειας, εύνοιας ή εξυπηρέτησης που παρέχεται σε κάποιον χωρίς άμεσο αντάλλαγμα.
2. Ποιότητα λεπτότητας, αρμονίας και κομψότητας στην κίνηση, στην εμφάνιση ή στον τρόπο συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
χάρις εύνοια εξυπηρέτηση υπηρεσία ευεργεσία ευσπλαχνία λόγω εξαιτίας ένεκα υπέρ γλύκα ομορφιά έλεος ευλογία ευχαριστία αρωγή ευεργέτημα άφεση αποφυλάκιση ευμένεια κομψότητα κάλλος παραχώρηση εξυπηρέτημα χάρισμα σπλαχνικότητα υπέρβαση βοήθεια αίτημα επιείκεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έκανε για τη χάρη του παιδιού.
- Μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;
- Κάνε μου τη χάρη να έρθεις νωρίτερα.
- Η χορεύτρια είχε απαράμιλλη χάρη στη σκηνή.
- Με τη χάρη του Θεού, όλα θα πάνε καλά.