συμπόνια
ουσιαστικό1. Συναίσθημα έντονης ευαισθησίας και μέριμνας για τα βάσανα, τις δυσκολίες ή την οδύνη άλλων, που συχνά συνοδεύεται από την επιθυμία να παρηγορήσει, να στηρίξει ή να ανακουφίσει.
Συνώνυμα
οίκτος έλεος ευσπλαχνία σπλαχνισμός συμπονετικότητα ευσπλαχνισμός σπλαχνικότητα σπλάγχνα συμπάθεια ανθρωπιά καλοσύνη επιείκεια ενσυναίσθηση στοργή κατανόηση φιλανθρωπία ελεημοσύνη μεγαλοψυχία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπόνια για τους πονεμένους τον ώθησε να προσφέρει βοήθεια.
- Ένιωσα συμπόνια για την ηλικιωμένη γυναίκα που ζήτησε βοήθεια.
- Μιλούσε για τη συμπόνια ως κινητήριο δύναμη της ανθρωπιάς.
- Τον κοίταξε με συμπόνια όταν άκουσε την ιστορία του.
- Η συμπόνια δεν σημαίνει αδυναμία, αλλά συχνά οδηγεί σε στήριξη.