εχθρός
ουσιαστικό1. Άτομο ή ομάδα που επιδεικνύει εχθρική στάση ή συμπεριφορά προς άλλο, επιδιώκει να βλάψει, να αποδυναμώσει ή να εμποδίσει τα συμφέροντά του.
Συνώνυμα
αντίπαλος πολέμιος εχθρή αντίδικος ανταγωνιστής διώκτης αντιμαχόμενος επιτιθέμενος αντίζηλος εισβολέας μαχητής κατακτητής προδότης αντιπολίτευση σαμποτέρ
Αντώνυμα
φίλος σύμμαχος σύντροφος συμμάχος φρουρός εραστής ιππότης συνοδός πλευρά φιλαράκος φιλενάδα φιλαράκι φρουρά παλιόφιλος γκόμενος ασπίς ευεργέτης παραστάτης προμαχώνας συνεργός συνοδοιπόρος συντρόφισσα σωτήρας διαμεσολαβητής συμπαραστάτης συναγωνιστής σωματοφύλακας ταίρι συμπολεμιστής συνεργάτης προστάτης σύμβουλος φύλακας θαυμαστής πρέσβης οπαδός πράκτορας αδερφός αδελφός ήρωας διασώστης εταίρος θεματοφύλακας παρτενέρ πρόβατο στήριγμα συμπαίκτης συνήγορος υπερασπιστής φροντιστής πυλώνας συνεταίρος υποστηρικτής αρωγός κολλητός συνάδελφος βοηθός στρατιώτης γείτονας αξιωματικός θεός σκοπός αγαπημένος θύμα στρατηγός εργαλείο αστυφύλακας ειρηνοποιός χωροφύλακας πρεσβευτής συμμέτοχος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εχθρός δέχτηκε επίθεση στο ξημέρωμα.
- Τον περιέγραψαν ως εχθρό της επανάστασης.
- Η αρρώστια έγινε εχθρός της ζωής του.
- Οι εχθροί συγκεντρώθηκαν στη νότια όχθη του ποταμού.
- Ο χρόνος είναι συχνά ο μεγαλύτερος εχθρός κάθε δημιουργού.