εχθρός

ουσιαστικό

1. Άτομο ή ομάδα που επιδεικνύει εχθρική στάση ή συμπεριφορά προς άλλο, επιδιώκει να βλάψει, να αποδυναμώσει ή να εμποδίσει τα συμφέροντά του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εχθρός δέχτηκε επίθεση στο ξημέρωμα.
  • Τον περιέγραψαν ως εχθρό της επανάστασης.
  • Η αρρώστια έγινε εχθρός της ζωής του.
  • Οι εχθροί συγκεντρώθηκαν στη νότια όχθη του ποταμού.
  • Ο χρόνος είναι συχνά ο μεγαλύτερος εχθρός κάθε δημιουργού.