γείτονας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή νοικοκυριό που κατοικεί σε διπλανό ή κοντινό σπίτι, κτίριο ή οικόπεδο.
2. Περιοχή, κτίριο ή κράτος που συνορεύει ή βρίσκεται πλησίον με άλλο, σε γεωγραφική, διοικητική ή ιδιοκτησιακή σχέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γείτονας που μένει στο διπλανό διαμέρισμα βοήθησε με τη μετακόμιση.
- Οι γείτονες μαζεύτηκαν στην αυλή για να συζητήσουν το πρόβλημα.
- Ρώτησα τον γείτονα αν μπορεί να ποτίσει τα φυτά όσο θα απουσιάζω.
- Η συμφωνία με τον γείτονα είναι σημαντική για την ασφάλεια της περιοχής.
- Κάποιες φορές ο καλύτερος γείτονας είναι αυτός που σέβεται την ησυχία σου.