φιλενάδα
ουσιαστικό1. Άτομο θηλυκού φύλου με το οποίο κάποιος διατηρεί κοντινή, φιλική σχέση, χαρακτηριζόμενη από εμπιστοσύνη και συναισθηματική στήριξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φιλενάδα μου και εγώ πήγαμε σινεμά χτες.
- Η φιλενάδα του θα έρθει στο πάρτι απόψε.
- Έλα εδώ, φιλενάδα, πρέπει να σου πω κάτι σημαντικό.
- Πήγα να μείνω λίγες μέρες στη φιλενάδα μου στην επαρχία.
- Μην μιλάς στη φιλενάδα μου έτσι — είναι πολύ σημαντική για μένα.