επιτιθέμενος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο, ομάδα, ζώο ή οντότητα που επιτίθεται σε άλλους ή σε αντικείμενα με σκοπό να βλάψει, να κυριαρχήσει ή να καταλάβει.

2. Δύναμη ή παράγοντας που ξεκινά επιθετική ενέργεια σε πλαίσιο πολεμικό, εγκληματικό, αθλητικό ή ψηφιακό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επιτιθέμενος συνελήφθη από την αστυνομία μετά την επίθεση.
  • Ο επιτιθέμενος λύκος όρμησε προς το κοπάδι.
  • Στη μάχη, ο επιτιθέμενος προωθήθηκε προς τις γραμμές του εχθρού.
  • Ο επιτιθέμενος χάκερ παραβίασε τους διακομιστές της εταιρείας.
  • Στον αγώνα, ο επιτιθέμενος παίκτης σκόραρε στο τέλος του ημιχρόνου.