ιππότης
ουσιαστικό1. Ένοπλος πολεμιστής που ιππεύει και φέρει ειδικό εξοπλισμό (θώρακας, όπλα), ο οποίος στον Μεσαίωνα ανήκε σε ευγενική τάξη και δεσμευόταν με όρκο υπηρεσίας και προστασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιππότης φόρεσε την πανοπλία πριν τη μάχη.
- Στο σκάκι, ο ιππότης κινείται σε σχήμα Γ.
- Ο βασιλιάς ανακήρυξε τον νέο ιππότη του τάγματος.
- Οι ιππότες των παραμυθιών περιγράφονται ως γενναίοι προστάτες.
- Στο παιχνίδι ρόλων, ο χαρακτήρας έγινε ιππότης του βασιλείου.