αξιωματικός
ουσιαστικό1. Μέλος των ενόπλων δυνάμεων ή άλλου στρατιωτικού σώματος που κατέχει βαθμό, ασκεί διοίκηση και έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες.
Συνώνυμα
αξιωματούχος επίσημος αστυνομικός στρατιωτικός διοικητής στέλεχος λειτουργός ανώτερος υπολοχαγός λοχαγός ταγματάρχης συνταγματάρχης σμηναγός πλοίαρχος καπετάνιος ναύαρχος ένστολος ανθυπαστυνόμος οπλαρχηγός άρχων μπάτσος παραστρατιωτικός φρουρός φύλακας στρατιώτης ναύτης σερίφης λοχίας στρατηγός αρχιφύλακας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αξιωματικός οδήγησε την επιχείρηση διάσωσης.
- Η αξιωματικός της αστυνομίας κατέγραψε τις καταθέσεις.
- Οι αξιωματικοί του πλοίου έλεγξαν τον εξοπλισμό πριν από τον απόπλου.
- Ο αξιωματικός της υπηρεσίας ανακοίνωσε τα νέα μέτρα.
- Κατά την τελετή, κάθε αξιωματικός παρέλαβε το μετάλλιο.
- Ο νέος αξιωματικός απέκτησε εμπειρία μετά από πολλές αποστολές.