ευγενικός
επίθετο1. Που συμπεριφέρεται με σεβασμό, ευπρέπεια και φιλική διάθεση προς τους άλλους, δείχνοντας προσοχή και ευπροσηγορία στις κοινωνικές σχέσεις.
Συνώνυμα
ευγενής ευπρεπής κόσμιος προσηνής επιεικής ήπιος γενναιόφρων γλυκός ευμενής καλός συμπαθής συμπαθητικός καλοσυνάτος πολιτισμένος φιλικός ευχάριστος καλόκαρδος κομψός σεμνός αριστοκρατικός ευγενικοφανής σωστός ανοιχτόκαρδος διακριτικός συμπονετικός χαμογελαστός ήμερος ελεήμων φιλόξενος καλοπροαίρετος συγκαταβατικός
Αντώνυμα
αγενής απρεπής χυδαίος ποταπός αναιδής απειλητικός θρασύς ωμός άξεστος αυθάδης εκφοβιστικός καυστικός νταής προσβλητικός υβριστικός χοντροκομμένος επιθετικός αδιάκριτος ασεβής τραχύς σκληρός ενοχλητικός αντιπαθητικός βάρβαρος βδελυρός βάναυσος δύστροπος εριστικός μαλάκας ξινός παγερός σπαστικός ψυχρός εχθρικός ταπεινός τρομερός αυστηρός απάνθρωπος ζόρικος ανελέητος αντιπαθής μικρόψυχος κακόβουλος μοχθηρός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ευγενικός υπάλληλος εξυπηρέτησε γρήγορα τους πελάτες.
- Ήταν ευγενική και με βοήθησε να βρω το πορτοφόλι μου.
- Το μήνυμά του ήταν ευγενικό αλλά σαφές.
- Παρακαλώ, να είστε ευγενικοί με τους επισκέπτες.
- Ανήκει σε μια παλιά ευγενική οικογένεια.