αριστοκρατικός
επίθετο1. Που ανήκει ή σχετίζεται με την αριστοκρατία και τις κοινωνικές ελίτ, τις αξίες τους και τον τρόπο ζωής τους.
2. Που εκφράζει ή αποπνέει κοινωνική κομψότητα, επισημότητα και εκλεπτυσμένο γούστο.
Συνώνυμα
αρχοντικός ευγενής εκλεκτός εκλεπτυσμένος κομψός στυλάτος ανώτερος φινετσάτος ελιτίστικος πολυτελής σνομπικός επιτηδευμένος καλοντυμένος ευγενικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καταγόταν από μια παλιά αριστοκρατική οικογένεια.
- Το παλιό μέγαρο διατηρεί μια αριστοκρατική ατμόσφαιρα.
- Το φόρεμά της ήταν απλό αλλά αριστοκρατικό.
- Το πρόσωπό της είχε σαφή αριστοκρατικά χαρακτηριστικά.
- Μιλούσε με αριστοκρατική ψυχρότητα, σαν να ήταν πάνω από όλους.
- Δεν του άρεσε να συναναστρέφεται με αριστοκρατικούς κύκλους.