άξεστος
επίθετοΠου παρουσιάζει έλλειψη ευγένειας ή κοσμιότητας, εκδηλώνεται με τραχύτητα, αδιακρισία ή ακαλλιέργεια στη συμπεριφορά ή στην έκφραση.
Συνώνυμα
αγενής απαίδευτος αγροίκος ακαλλιέργητος άκομψος χυδαίος χοντροκομμένος αντιπαθητικός βάρβαρος αμόρφωτος αναιδής αθυρόστομος τραχύς ωμός πρωτόγονος βαρβαρικός βάναυσος
Αντώνυμα
ευγενής ευγενικός ευπρεπής κομψός εκλεπτυσμένος πολιτισμένος καλλιεργημένος κόσμιος μόρφωμένος διακριτικός λεπτός αρχοντικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άξεστος άντρας διέκοψε την ομιλία και έφυγε χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.
- Ο άξεστος γείτονας φωνάζει κάθε βράδυ και ενοχλεί όλους.
- Ο τρόπος που του απάντησε ήταν άξεστος και προκάλεσε ένταση.
- Ο τόνος της φωνής του ήταν άξεστος όταν σχολίασε το έργο.
- Ο χαρακτήρας της κατασκευής ήταν άξεστος, χωρίς λεπτομερή φινίρισμα.