χοντροκομμένος
επίθετοΠου είναι φτιαγμένος ή δουλεμένος με τρόπο αδέξιο, χωρίς λεπτότητα και προσοχή στη λεπτομέρεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εκλεπτυσμένος φινετσάτος λεπτεπίλεπτος λεπτός κομψός ραφιναρισμένος ευγενικός επιδέξιος λεπτοκαμωμένος γυαλισμένος περιποιημένος πανέμορφος
Παραδείγματα χρήσης
- Το τραπέζι είναι φτιαγμένο από χοντροκομμένο ξύλο και δείχνει πολύ στιβαρό.
- Το σχόλιό του ήταν χοντροκομμένο και προσέβαλε τους άλλους.
- Φορούσε ένα χοντροκομμένο πουλόβερ, ιδανικό για τον χειμώνα.
- Η χοντροκομμένη κατασκευή του παλιού εργαλείου το έκανε δύσχρηστο.
- Παρά τη χρηστικότητά του, το σχέδιο έμοιαζε χοντροκομμένο και χωρίς λεπτομέρεια.