πολιτισμένος
επίθετο1. Που έχει ανεπτυγμένους τρόπους, συμπεριφορά και αξίες που θεωρούνται συμβατές με την οργάνωση, την παιδεία και τους κανόνες μιας κοινωνίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απολίτιστος ακαλλιέργητος χυδαίος άξεστος αγρίμι βάναυσος βαρβαρικός πρωτόγονος βάρβαρος αγροίκος άγριος αλήτης αγενής ακατέργαστος
Παραδείγματα χρήσης
- Οι πολιτισμένοι άνθρωποι λύνουν τις διαφορές τους με διάλογο.
- Θέλω να μεγαλώσω τα παιδιά μου σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον.
- Η συμπεριφορά του ήταν πολύ πολιτισμένη και ευγενική.
- Σε μια πολιτισμένη κοινωνία, ο σεβασμός προς τους άλλους είναι απαραίτητος.
- Η χώρα έχει κάνει μεγάλα βήματα προς μια πιο πολιτισμένη καθημερινότητα.