κόσμιος

επίθετο

1. Που φέρει ευπρεπή, σεμνή και προσεγμένη συμπεριφορά, σύμφωνα με τους κανόνες της ευγένειας και της σωστής διαγωγής.

2. Που είναι καλοφτιαγμένος, φροντισμένος ή αρμονικός στην εμφάνιση ή στον τρόπο έκφρασης.

Συνώνυμα

ευπρεπής σεμνός ευγενικός ευγενής ευπρεπισμένος καθωσπρέπει κοσμιοπρεπής προσήνης μετριοπαθής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έδειξε κόσμιος και ευγενικός σε όλη τη διάρκεια της συνάντησης.
  • Παρότι ήταν νεαρός, είχε πάντα πολύ κόσμιος τρόπους.
  • Ντύθηκε με κόσμια εμφάνιση για την επίσημη εκδήλωση.
  • Η συμπεριφορά της ήταν απόλυτα κόσμια και διακριτική.
  • Οι καλεσμένοι παρέμειναν κόσμιοι και δεν προκάλεσαν κανένα πρόβλημα.