ενίσχυση
ουσιαστικό1. Αύξηση της δύναμης, της σταθερότητας ή της αποτελεσματικότητας ενός ατόμου, οργανισμού, υλικού ή συστήματος.
2. Εισροή υλικών, πόρων ή μέτρων που προστίθενται σε κάτι ώστε να το κάνουν πιο ισχυρό, ασφαλές ή αποδοτικό.
Συνώνυμα
στήριξη υποστήριξη ενδυνάμωση αρωγή βοήθεια βοήθημα επιχορήγηση επιδότηση χορηγία χρηματοδότηση συνδρομή στήριγμα ώθηση ανταμοιβή υποβοήθηση άνοδος προώθηση συμπαράσταση ενθάρρυνση επίδομα τόνωση αύξηση βελτίωση παροχή παρακίνηση σπρώξιμο προσθήκη έξαρση αναβάθμιση επιτάχυνση εύνοια θωράκιση προαγωγή συμπλήρωση
Αντώνυμα
αποδυνάμωση εξασθένιση ελάττωση μείωση συρρίκνωση στέρηση περικοπή εξασθένηση υποβάθμιση αφαίρεση διακοπή απομάκρυνση αποθάρρυνση υποχώρηση ζημιά κόψιμο εκμηδένιση καταστολή παρεμπόδιση φρένο αναχαίτιση αποδόμηση απομείωση εξουδετέρωση κατάπτωση ουδετεροποίηση πρόσκομμα σκόπελος ψαλίδισμα σβήσιμο κοπή κόφτης αποεπένδυση
Παραδείγματα χρήσης
- Ξεκίνησαν την ενίσχυση των θεμελίων του παλιού κτιρίου.
- Οι αγρότες ζητούν άμεση ενίσχυση από την κυβέρνηση.
- Η ενίσχυση του σήματος στο σταθμό βελτίωσε την επικοινωνία.
- Η θετική ανατροφοδότηση αποτέλεσε ενίσχυση για την αυτοπεποίθησή του.
- Η ενίσχυση της ανοσίας μετά από το εμβόλιο φαίνεται να είναι προσωρινή.