αναβάθμιση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα βελτίωσης των χαρακτηριστικών, της απόδοσης ή της λειτουργικότητας ενός προϊόντος, συστήματος ή υπηρεσίας.

Συνώνυμα

βελτίωση αναβάθμισμα απγκρέιντ ενημέρωση εκσυγχρονισμός ανανέωση ανακαίνιση προαγωγή βελτιστοποίηση επικαιροποίηση αναμόρφωση άνοδος ανέβασμα φρεσκάρισμα τροποποίηση αναδιάρθρωση ενίσχυση ανέλιξη εξέλιξη καινοτομία συντήρηση ανύψωση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναβάθμιση του λογισμικού εγκαταστάθηκε αυτόματα χθες.
  • Η αναβάθμιση των δημοσίων χώρων βελτίωσε την ποιότητα ζωής στη γειτονιά.
  • Η εταιρεία προσέφερε μια αναβάθμιση του πακέτου χωρίς επιπλέον χρέωση.
  • Για λόγους ασφάλειας απαιτείται αναβάθμιση των κωδικών και των πρωτοκόλλων.
  • Η αναβάθμιση των προσόντων του μέσω σεμιναρίων του άνοιξε νέες επαγγελματικές ευκαιρίες.