διαφωνία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότεροι έχουν διαφορετικές απόψεις, κρίσεις ή θέσεις σχετικά με ένα ζήτημα, με αποτέλεσμα την έλλειψη συμφωνίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπήρξε σοβαρή διαφωνία ανάμεσα στους συναδέλφους για το νέο πρόγραμμα.
  • Η διαφωνία τους κατέληξε σε έντονο καβγά.
  • Κατέθεσε γραπτή διαφωνία στη συνεδρίαση του συμβουλίου.
  • Η διαφωνία του με την απόφαση φάνηκε στην ψήφο.
  • Παρά τη μικρή διαφωνία, η ομάδα συνεργάστηκε αποτελεσματικά.