διαφωνία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότεροι έχουν διαφορετικές απόψεις, κρίσεις ή θέσεις σχετικά με ένα ζήτημα, με αποτέλεσμα την έλλειψη συμφωνίας.
Συνώνυμα
διχογνωμία διένεξη ασυμφωνία διχόνοια αντιπαράθεση διαμάχη έριδα σύγκρουση αντίθεση διαπληκτισμός καβγάς τσακωμός αψιμαχία κόντρα καυγάς αντίλογος αντιπολίτευση διαμαρτυρία εναντίωση τριβή αντιδικία αντίρρηση ένσταση διαφορά έρις αμφισβήτηση αντίκρουση αντιλογία ασυνεννοησία διαξιφισμός διχασμός μάλωμα
Αντώνυμα
συμφωνία συναίνεση ομοφωνία συγκατάθεση ομόνοια θέση συνθήκη συναλλαγή αρμονία διακανονισμός δόγμα συμβιβασμός συμφωνητικό σύμβαση ντιλ σύγκλιση σύμφωνο συνεννόηση ομοψυχία σύμπνοια συζήτηση αποδοχή διαπίστωση διευθέτηση ενότητα συνδιαλλαγή γνωμάτευση συμβατότητα σύμπραξη ταύτιση συνεργασία ειρήνη εναρμόνιση ετυμηγορία αποθέωση ευθυγράμμιση
Παραδείγματα χρήσης
- Υπήρξε σοβαρή διαφωνία ανάμεσα στους συναδέλφους για το νέο πρόγραμμα.
- Η διαφωνία τους κατέληξε σε έντονο καβγά.
- Κατέθεσε γραπτή διαφωνία στη συνεδρίαση του συμβουλίου.
- Η διαφωνία του με την απόφαση φάνηκε στην ψήφο.
- Παρά τη μικρή διαφωνία, η ομάδα συνεργάστηκε αποτελεσματικά.