άνοιγμα
ουσιαστικό1. Κενός χώρος ή σχισμή σε επιφάνεια, κατασκευή ή φυσικό αντικείμενο που επιτρέπει τη διέλευση, την πρόσβαση ή τη διείσδυση φωτός και αέρα.
Συνώνυμα
οπή τρύπα είσοδος σχισμή χαραμάδα ρωγμή ρήγμα χάσμα κενό διάνοιξη έναρξη εκκίνηση ξεκίνημα εγκαίνια πύλη θύρα πέρασμα αρχή απόσταση εισαγωγή διάκενο κοιλότητα ανοικτότητα αποσφράγιση διεύρυνση στόμιο ξεκλείδωμα προσέγγιση ευκαιρία πρόσβαση παράθυρο κίνηση διαφορά έξοδο πόρος θυρίδα πρωτοβουλία σύσταση ανοιχτότητα δίοδος οφειλή παραθυράκι πλατφόρμα βάραθρο δεκτικότητα διάμετρος επέκταση πλάτος
Αντώνυμα
κλείσιμο σφράγισμα βρόχος μπλόκο περίφραξη φραγή φραγμός κλειδαριά φράχτης τείχος εμπόδιο καπάκι φράγμα τοίχος κρίκος μπλοκ ραφή στένωση συρραφή φράξιμο σφράγιση αποκλεισμός απόφραξη μπλοκάρισμα κλείδωμα απαγόρευση κώλυμα παρεμπόδιση περιορισμός ζώνη σφραγίδα κουρτίνα κουμπί περιτύλιγμα πτυχή αναχαίτιση εμπόδιση παρακώλυση πρόσκομμα συγκλείση κάλυμμα πλήρωση αδρανοποίηση απενεργοποίηση συσκευασία παραπέτασμα συμπίεση
Παραδείγματα χρήσης
- Έκλεισε το παράθυρο επειδή το άνοιγμα έμπαζε κρύο.
- Ήταν απαραίτητο ένα μικρό άνοιγμα στον τοίχο για το καλώδιο.
- Ο χειρουργός έκανε ένα μικρό άνοιγμα για την επέμβαση.
- Το άνοιγμα του καταστήματος θα γίνει αύριο με τελετή.
- Το νέο έργο δημιούργησε ένα σημαντικό άνοιγμα στην αγορά.