κουρτίνα
ουσιαστικό1. Κομμάτι υφάσματος ή άλλου υλικού που κρεμιέται μπροστά σε παράθυρο, πόρτα ή άνοιγμα για να παρέχει ιδιωτικότητα, να εμποδίζει το φως ή να διακοσμεί τον χώρο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τράβηξα την κουρτίνα για να μπει φως στο δωμάτιο.
- Η παράσταση ξεκίνησε μόλις άνοιξε η κουρτίνα.
- Μετά από χρόνια σιωπής, έπεσε η κουρτίνα και αποκαλύφθηκαν όλα τα γεγονότα.
- Η νοσοκόμα τράβηξε την κουρτίνα γύρω από το κρεβάτι για να δώσει ιδιωτικότητα στον ασθενή.
- Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η κουρτίνα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση εμπόδιζε την επικοινωνία.