κουμπί

ουσιαστικό

1. Μικρό αντικείμενο, συνήθως κυκλικό ή με άλλο σχήμα, με τρύπες ή θηλιά, που τοποθετείται σε ρούχο ώστε να το κλείνει ή να το στερεώνει.

2. Μικρό μηχανικό ή ηλεκτρικό στοιχείο συσκευής που πιέζεται ή ενεργοποιείται για να εκτελέσει μια λειτουργία.

Συνώνυμα

μπουτόν κουμπάκι κομβίο πλήκτρο διακόπτης σκανδάλη μοχλός

Αντώνυμα

κουμπότρυπα τρύπα άνοιγμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έπεσε ένα κουμπί από το πουκάμισο.
  • Πάτησε το κουμπί για να ανάψει το φως.
  • Πίεσε το κόκκινο κουμπί στο τηλεχειριστήριο για εγγραφή.
  • Κάνε κλικ στο κουμπί 'Αποδοχή' για να συνεχίσεις.
  • Το σχόλιο που άκουσε του πάτησε το κουμπί και θύμωσε.