βάραθρο
ουσιαστικό1. Βαθύ, συνήθως απόκρημνο άνοιγμα στο έδαφος ή σε βράχο, που εκτείνεται κατακόρυφα προς τα κάτω σε μεγάλο βάθος.
2. Μεταφορικά, κατάσταση ή σημείο από όπου υπάρχει κίνδυνος μεγάλης απώλειας, πτώσης ή αδιεξόδου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βάραθρο στο βουνό είναι πολύ βαθύ.
- Ο ορειβάτης γλίστρησε και έπεσε στο βάραθρο.
- Από το παράθυρο του αεροπλάνου φαινόταν ένα τεράστιο βάραθρο.
- Οι συνέπειες της κρίσης έσπρωξαν την οικονομία στο βάραθρο.
- Μετά τον χωρισμό, ένιωθε πως βυθιζόταν σε ένα βάραθρο.