οφειλή

ουσιαστικό

1. Υποχρέωση προς αποπληρωμή χρηματικού ποσού ή επιστροφή αγαθών σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που προκύπτει από δάνειο, αγορά, παροχή υπηρεσίας, συμβατική ή νομική σχέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πρέπει να εξοφλήσω την οφειλή πριν το τέλος του μήνα.
  • Οι οφειλές προς το Δημόσιο πρέπει να ρυθμιστούν άμεσα.
  • Είναι οφειλή μου να φροντίσω τους ηλικιωμένους γονείς μου.
  • Η αναγνώριση είναι οφειλή στους ανθρώπους που συνέβαλαν στην έρευνα.
  • Στη σύμβαση καθορίζεται η οφειλή των τόκων σε περίπτωση καθυστέρησης.