βρόχος
ουσιαστικό1. Κλειστός κυκλικός ή ελικοειδής σχηματισμός από ευλύγιστο υλικό, όπως σκοινί, σύρμα ή κορδόνι.
2. Μικρή κυκλική καμπή ή σπείρα σε αντικείμενα, όπως στα μαλλιά ή σε σύρματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βρόχος στο σκοινί συγκράτησε το φορτίο.
- Έδεσε τον βρόχο της ζώνης για να μη χαλαρώσει.
- Ο βρόχος επανάληψης στο πρόγραμμα διευκολύνει την επεξεργασία των δεδομένων.
- Ο βρόχος ανατροφοδότησης στο σύστημα σταθεροποιεί την έξοδο.
- Έκλεισε τον βρόχο του κυκλώματος πριν ενεργοποιήσεις τη συσκευή.