στένωση
ουσιαστικό1. Μείωση του πλάτους ή της διατομής ενός ανοίγματος, διαδρόμου, σωλήνα ή δρόμου που περιορίζει τη διέλευση ανθρώπων, υγρών, αερίων ή οχημάτων.
Συνώνυμα
στένωμα στενότητα συρρίκνωση συστολή σύσφιξη φραγή απόφραξη συμφόρηση συμπίεση περίσφιξη περιορισμός συνωστισμός σμίκρυνση φράξιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη στροφή υπάρχει στένωση του δρόμου και χρειάζεται προσοχή.
- Η στένωση της στεφανιαίας αρτηρίας προκάλεσε πόνο στο στήθος.
- Ο γιατρός εντόπισε μια στένωση στη σπονδυλική στήλη που πιέζει τα νεύρα.
- Η νέα πολιτική επέφερε στένωση των ελευθεριών στον δημόσιο διάλογο.
- Η στένωση του φαραγγιού έκανε τη διέλευση δύσκολη.