κοινωνικός
επίθετο1. Που αφορά την κοινωνία, τις δομές και τις σχέσεις μεταξύ ατόμων ή ομάδων.
2. Που επιδιώκει ή απολαμβάνει την επαφή και την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους, συμμετέχει ενεργά σε κοινωνικές συναναστροφές.
Συνώνυμα
εξωστρεφής φιλικός παρεΐσιος συλλογικός κοινοτικός δημόσιος κοσμικός ομιλητικός συνεργατικός συναδελφικός κοινωνιολογικός κοινοβιακός συμπαθητικός συντροφικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι πολύ κοινωνικός και του αρέσει να γνωρίζει νέους ανθρώπους.
- Το κοινωνικό κράτος παρέχει υποστήριξη σε ευάλωτες ομάδες.
- Η κοινωνική εκδήλωση συγκέντρωσε κατοίκους από όλη τη γειτονιά.
- Ανέπτυξαν ένα κοινωνικό πρόγραμμα για την ένταξη των προσφύγων.
- Οι κοινωνικοί επιστήμονες μελετούν τις αλλαγές στις σχέσεις της κοινότητας.