συντροφικός

επίθετο

Που χαρακτηρίζεται από διάθεση για καλή συνύπαρξη, αλληλοϋποστήριξη και φιλική στάση απέναντι στους άλλους.

Συνώνυμα

φιλικός συναδελφικός οικείος παρέας κοινωνικός αλληλέγγυος ομαδικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι πολύ συντροφικός άνθρωπος και κάνει εύκολα φίλους.
  • Η Μαρία στάθηκε συντροφική σε όλη τη διάρκεια της δύσκολης περιόδου.
  • Ο σκύλος μας είναι ιδιαίτερα συντροφικός και δεν θέλει να μένει μόνος.
  • Το κλίμα στην ομάδα είναι φιλικό και συντροφικό.
  • Παρότι είναι ήσυχος, δείχνει πάντα συντροφικός προς τους συναδέλφους του.