κατσούφης
επίθετοΆτομο που έχει μόνιμα ή προσωρινά σκυθρωπή, κατσουφιασμένη έκφραση στο πρόσωπο και δείχνει δυσαρέσκεια ή κακή διάθεση.
Συνώνυμα
κατσουφιασμένος μουντζούρης σκυθρωπός συννεφιασμένος κακόκεφος σκασμένος βλοσυρός μουτρωμένος μελαγχολικός πικραμένος ξινός αγέλαστος στριμμένος αγριωπός θυμωμένος θλιμμένος αγριεμένος δύστροπος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι σήμερα πολύ κατσούφης και δεν μιλάει σε κανέναν.
- Μην είσαι τόσο κατσούφης· πες μας τι έγινε.
- Μετά το άσχημο νέο, φαινόταν κατσούφης όλο το απόγευμα.
- Η μικρή ήταν κατσούφης επειδή έχασε το παιχνίδι.