απεχθής
επίθετοΠου προκαλεί έντονη αποστροφή ή αηδία σε άλλους λόγω της εμφάνισης, της συμπεριφοράς ή της φύσης του.
Συνώνυμα
μισητός βδελυρός αποκρουστικός αποτροπιαστικός αποτρόπαιος αντιπαθητικός δυσάρεστος αντιπαθής αηδιαστικός σιχαμερός σιχαρός απωθητικός απαίσιος εμετικός ντροπιαστικός ανεπιθύμητος άσχημη αχρείος γλοιώδης άσχημος ανυπόφορος φρικτός τρομερός εκνευριστικός σπαστικός σκάρτος βρωμερός γκροτέσκος άτιμος απρόσδεκτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πολιτικός έγινε απεχθής στο κοινό μετά τα σκάνδαλα.
- Η συμπεριφορά της ήταν απεχθής και κανείς δεν τη συγχώρησε.
- Το θέαμα ήταν απεχθές και τον έκανε να φύγει.
- Μου είναι απεχθής η υποκρισία.
- Οι ψευδείς κατηγορίες έγιναν απεχθείς στα μάτια της κοινής γνώμης.