ελαφρότητα
ουσιαστικό1. Φυσική ιδιότητα αντικειμένου ή σώματος που έχει μικρό βάρος ή μάζα σε σχέση με το αναμενόμενο, καθιστώντας το εύκολο στη μετακίνηση ή στην ανύψωση.
Συνώνυμα
ελαφράδα ελαφριάδα ανάλαφρότητα επιπολαιότητα ξεγνοιασιά χαλαρότητα αμεριμνησία αφέλεια αφράδα ευτραπελία χαβαλές ανοησία ανευθυνότητα
Αντώνυμα
σοβαρότητα βαρύτητα βαριάδα βάρος φόρτος επισημότητα σπουδαιότητα βαρυσήμανση υπευθυνότητα δυσκολία όγκος συγκρατητικότητα επιμέλεια μελαγχολία σύνεση ευλάβεια κακοκεφιά κτύπημα μεγαλοπρέπεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η ελαφρότητα του μπαλονιού το έκανε να πετάξει ψηλά.
- Ο χορευτής κινήθηκε με ελαφρότητα πάνω στη σκηνή.
- Μετά την ανακοίνωση ένιωσε μια ελαφρότητα στο στήθος.
- Η ελαφρότητα στις αποφάσεις του τον οδήγησε σε λάθη.
- Η ελαφρότητα του λόγου της έκανε τη συζήτηση πιο ευχάριστη.
- Δεν πρέπει να παίρνουμε την υγεία με ελαφρότητα.