αφέλεια
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση όπου ένα άτομο εμφανίζει έλλειψη καχυποψίας και κριτικής αξιολόγησης απέναντι σε προτάσεις, καταστάσεις ή πρόσωπα, με αποτέλεσμα να εμπιστεύεται εύκολα ή να μην αντιλαμβάνεται πιθανή εξαπάτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αφέλεια του παιδιού το έκανε να πιστέψει το παραμύθι.
- Η αφέλεια στο σχέδιό της είναι μέρος της αισθητικής του έργου.
- Πλήρωσε ακριβά την αφέλεια του όταν εμπιστεύτηκε ένα ψεύτικο επενδυτικό σχέδιο.
- Υπήρχε μια γλυκιά αφέλεια στο βλέμμα της που γοήτευε τους άλλους.
- Με μια αφέλεια θεώρησε ότι όλα θα λύνονταν χωρίς κόπο.