απερισκεψία

ουσιαστικό

Κατάσταση ή χαρακτηριστικό που δηλώνει έλλειψη προσοχής και ορθής εκτίμησης των κινδύνων και των συνεπειών, με αποτέλεσμα βιαστικές ή μη καλά σκεπτόμενες ενέργειες και αποφάσεις.

Συνώνυμα

παρορμητικότητα παρορμησία παρορμητισμός απρονοησία απροσεξία ανευθυνότητα αφροσύνη ανοησία ασυνειδησία αμεριμνησία βιασύνη γκάφα τσαπατσουλιά αλαφρότητα αμετροέπεια τυχοδιωκτισμός θράσος τολμηρότητα χαζοσύνη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απερισκεψία του τον έβαλε σε μεγάλο κίνδυνο.
  • Με μια στιγμή απερισκεψίας, αποκάλυψε το μυστικό.
  • Η οικονομική απερισκεψία της εταιρείας προκάλεσε σοβαρές ζημιές.
  • Δεν περίμενα τόση απερισκεψία από έναν τόσο έμπειρο οδηγό.
  • Οι συνεχείς απερισκεψίες τους είχαν δυσάρεστες συνέπειες.