επιπολαιότητα
ουσιαστικό1. Στάση ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από επιφανειακή αντίληψη και έλλειψη σοβαρής σκέψης σχετικά με τις συνέπειες των πράξεων.
Συνώνυμα
ελαφρότητα επιφανειακότητα ρηχότητα αμεριμνησία απρονοησία ανευθυνότητα ανοησία απλοϊκότητα εφησυχασμός παρορμητικότητα αφέλεια απροσεξία προχειρότητα χαλαρότητα τσαπατσουλιά χαζοσύνη ημιμάθεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιπολαιότητα του οδηγού προκάλεσε ένα μικρό ατύχημα.
- Δεν μπορούμε να ανεχτούμε άλλη επιπολαιότητα στην ομάδα έργου.
- Με μια στιγμιαία επιπολαιότητα έχασε την εμπιστοσύνη της φίλης του.
- Η επιπολαιότητα στα δημόσια σχόλια του πολιτικού προκάλεσε αντιδράσεις.
- Στη συζήτηση φάνηκε η επιπολαιότητα των επιχειρημάτων του.