τόμος

ουσιαστικό

1. Μέρος ενός βιβλίου, περιοδικού ή άλλης έκδοσης που αποτελεί ξεχωριστή ενότητα του συνολικού έργου.

2. Κυλινδρικό ή περίπου κυλινδρικό αντικείμενο με συγκεκριμένες διαστάσεις, όπως ο δίσκος ή το ρολό υλικού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αγόρασε τον πρώτο τόμο της εγκυκλοπαίδειας.
  • Το βιβλίο κυκλοφορεί σε δύο τόμους.
  • Στο ράφι υπάρχουν πολλοί τόμοι λογοτεχνίας.
  • Άκουσε τον ήχο του τόμου από την τελευταία σελίδα.
  • Η βιβλιοθήκη διαθέτει έναν σπάνιο τόμο του 19ου αιώνα.