επιλογή
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα του επιλέγειν ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες δυνατότητες.
2. Το αντικείμενο, η λύση ή η άποψη που γίνεται αντικείμενο της επιλογής.
3. Το σύνολο εναλλακτικών που προσφέρονται για να επιλεγεί μία ή περισσότερες από αυτές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιλογή ήταν δύσκολη.
- Στην εφαρμογή υπάρχει μια επιλογή για αποθήκευση των αρχείων.
- Δεν είχα άλλη επιλογή παρά να αποδεχτώ την πρόταση.
- Η επιλογή των βιβλίων στο φεστιβάλ εντυπωσίασε το κοινό.
- Η ομάδα ανακοίνωσε την επιλογή των παικτών για το τουρνουά.
- Πρέπει να κάνεις επιλογές με βάση τις προτεραιότητές σου.