γεροδεμένος
επίθετο1. Που έχει γερή, στιβαρή σωματική κατασκευή, με συμπαγή κορμό και καλά αναπτυγμένους μύες.
2. Που είναι στερεωμένος ή συναρμολογημένος με τρόπο που προσδίδει μεγάλη σταθερότητα και αντοχή, ώστε να μην χαλά ή αποσπάται εύκολα.
Συνώνυμα
μυώδης σωματώδης στιβαρός μπρατσωμένος ευρωστός γυμνασμένος δυνατός καλοσχηματισμένος λεπτοκαμωμένος λεβέντης γερός εύσωμος μεγαλόσωμος συμπαγής χοντρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γεροδεμένος άντρας σήκωσε το βαρέλι χωρίς δυσκολία.
- Η γεροδεμένη γυναίκα μετέφερε το τραπέζι με ευκολία.
- Το σκάφος ήταν γεροδεμένο στο λιμάνι πριν την καταιγίδα.
- Οι γεροδεμένοι εργάτες ανέβασαν τη μηχανή στο βάθρο.
- Η εταιρεία έχει γεροδεμένο σύστημα ελέγχου ποιότητας.